ξεζουμίζω

ρήμα

1. Πιέζω έντονα κάτι για να βγάλω όλο τον χυμό ή τα υγρά του, στύβω εντελώς.

2. Εκμεταλλεύομαι κάποιον υπερβολικά και αδίστακτα, αποσπώντας του χρήματα ή πόρους.

Συνώνυμα

απομυζώ στύβω στραγγίζω αποστραγγίζω αποχυμώνω εκμεταλλεύομαι εξαντλώ αρμέγω γδέρνω ξετινάζω εξουθενώνω ρουφάω εκθλίβω στεγνώνω καταπονώ τσακίζω ζουλάω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πήρε τα λεμόνια και τα ξεζούμισε μέχρι την τελευταία σταγόνα.
  • Η εταιρεία τον ξεζουμίζει με ατελείωτες υπερωρίες και ελάχιστες απολαβές.
  • Οι συνεχείς ανατιμήσεις και οι φόροι έχουν ξεζουμίσει τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
  • Η εξαντλητική προπόνηση τον ξεζούμισε, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει στο τέλος της ημέρας.