ξεσηκωμός
ουσιαστικό1. Μαζική και δυναμική εξέγερση ή επανάσταση λαού ή κοινωνικής ομάδας εναντίον καταπιεστικής εξουσίας.
2. Έντονη αναστάτωση, αναταραχή, θόρυβος ή αναβρασμός που προκαλείται σε έναν χώρο.
3. Μαζική αναχώρηση, μετακίνηση ή ετοιμασία για μαζική αποχώρηση.
Συνώνυμα
εξέγερση επανάσταση αναβρασμός αναταραχή ανταρσία στάση στασιασμός κινητοποίηση κίνημα σάλος αναστάτωση σαματάς αντίσταση πανδαιμόνιο ανακατωσούρα φευγιό
Αντώνυμα
υποταγή ηρεμία ησυχία γαλήνη κατευνασμός κατασίγαση πειθαρχία συμμόρφωση αδράνεια στασιμότητα απάθεια
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γενικός ξεσηκωμός του λαού οδήγησε στην ανατροπή του απολυταρχικού καθεστώτος.
- Μόλις ανακοινώθηκαν τα νέα μέτρα, προκλήθηκε μεγάλος ξεσηκωμός στους δρόμους της πόλης.
- Επικρατούσε απίστευτος ξεσηκωμός στο σπίτι από νωρίς το πρωί για την επικείμενη αναχώρηση.
- Η αδικία αυτή στάθηκε η αφορμή για τον ξεσηκωμό των εργαζομένων σε ολόκληρη τη χώρα.