ξεσφράγισμα
ουσιαστικό1. Αφαίρεση ή καταστροφή της επίσημης σφραγίδας από έγγραφο, επιστολή, χώρο ή δοχείο.
2. Άνοιγμα ερμητικά κλεισμένης συσκευασίας ή δοχείου.
3. (Μεταφορικά) Αποκάλυψη, φανέρωση κρυμμένου ή ασφαλισμένου περιεχομένου.
Συνώνυμα
αποσφράγιση αποσφράγισμα ξεσφράγιση εκσφράγιση ξετάπωμα άνοιγμα ξεκλείδωμα παραβίαση διάρρηξη αποσυσκευασία λύσιμο αποκάλυψη φανέρωμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ξεσφράγισμα της μυστικής διαθήκης έγινε παρουσία του συμβολαιογράφου και των κληρονόμων.
- Οι αρχές προχώρησαν στο ξεσφράγισμα του κτιρίου μετά την ολοκλήρωση των υγειονομικών ελέγχων.
- Το ξεσφράγισμα του παλιού κρασιού γέμισε το δωμάτιο με πλούσια αρώματα.
- Οποιοδήποτε μη εξουσιοδοτημένο ξεσφράγισμα της κάλπης συνιστά σοβαρό ποινικό αδίκημα.