ξετρελαίνομαι
ρήμα1. Χάνω τον έλεγχο ή τα λογικά μου από υπερβολικό ενθουσιασμό, θαυμασμό ή ευχαρίστηση· ενθουσιάζομαι πάρα πολύ.
2. Ερωτεύομαι κάποιον με μεγάλο πάθος και σφοδρότητα· μαγεύομαι, γοητεύομαι απόλυτα.
Συνώνυμα
τρελαίνομαι μουρλαίνομαι παλαβώνω αποτρελαίνομαι κουρλαίνομαι ξεμυαλίζομαι ενθουσιάζομαι εκστασιάζομαι μαγεύομαι γοητεύομαι σαγηνεύομαι συναρπάζομαι ερωτεύομαι καψουρεύομαι αποχαυνώνομαι τυφλώνομαι θαμπώνομαι φρενιάζω
Αντώνυμα
λογικεύομαι συνέρχομαι ηρεμώ ξενερώνω προσγειώνομαι σωφρονίζομαι καλμάρω αδιαφορώ ψυχραίνομαι απογοητεύομαι αποστρέφομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Τα παιδιά ξετρελαίνονται για παιχνίδια στην παραλία τις ζεστές μέρες.
- Μόλις άκουσε τη συναυλία του αγαπημένου του συγκροτήματος, ξετρελάθηκε από τη συγκίνηση.
- Τον γνώρισε πριν από λίγες εβδομάδες και έχει ήδη ξετρελαθεί μαζί του.
- Μην ξετρελαίνεσαι με το παραμικρό πρόβλημα, όλα θα βρουν τη λύση τους.