ολοκληρώνομαι

ρήμα

1. Φτάνω στο τέλος μιας διαδικασίας, εργασίας ή κατασκευής· φέρομαι εις πέρας.

2. Γίνομαι πλήρης με την προσθήκη όλων των απαραίτητων στοιχείων, χωρίς να λείπει τίποτα.

Συνώνυμα

τελειώνω περατώνομαι αποπερατώνομαι συμπληρώνομαι τελειοποιούμαι αρτιώνομαι πραγματώνομαι εκπληρώνομαι συντελούμαι τελεσιουργούμαι πληρούμαι λήγω ευοδώνομαι ωριμάζω κορυφώνομαι τελεσφορώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι εργασίες για την κατασκευή του νέου αυτοκινητοδρόμου αναμένεται να ολοκληρωθούν εντός του έτους.
  • Ένιωσε ότι ολοκληρώθηκε ως επιστήμονας όταν η έρευνά του αναγνωρίστηκε διεθνώς.
  • Η συμφωνία ολοκληρώνεται με την υπογραφή των συμβολαίων από τα δύο μέρη.
  • Χρειάζεται χρόνος, κόπος και εσωτερική αναζήτηση για να ολοκληρωθεί κανείς ως προσωπικότητα.