ομαδικότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση που εκδηλώνεται ως συνεργασία, αμοιβαία υποστήριξη και συντονισμένη δράση μεταξύ μελών μιας ομάδας για την επίτευξη κοινού στόχου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην εταιρεία μας, η ομαδικότητα συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων.
- Η ομαδικότητα της ομάδας ποδοσφαίρου φάνηκε στο τελευταίο παιχνίδι.
- Οι εκπαιδευτικοί προτρέπουν την ομαδικότητα μεταξύ των μαθητών μέσα στις ομαδικές εργασίες.
- Η έρευνα επικεντρώνεται στην ομαδικότητα ως παράγοντα απόδοσης σε συνεταιρισμούς.
- Η ομαδικότητα δεν σημαίνει πάντα ομοφωνία, αλλά σεβασμό και συνεργασία.
- Στις επιχειρήσεις και στον αθλητισμό, η ομαδικότητα εκδηλώνεται μέσω κοινών αξιών και επικοινωνίας.