ομολογώ
ρήμα1. Εκφράζω με λόγια ή γραπτά ότι κάτι είναι αληθινό ή ότι έχω ευθύνη ή συμμετοχή σε κάποιο γεγονός ή ενέργεια.
2. Δηλώνω ειλικρινά προσωπικά συναισθήματα, απόψεις ή εκτίμηση, συχνά ως εισαγωγή πριν από προσωπικό σχόλιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ομολογώ ότι έκανα λάθος.
- Ομολογώ πως σε αγαπώ.
- Ομολογώ την ενοχή μου ενώπιον του δικαστηρίου.
- Ομολογώ την πίστη μου δημοσίως.
- Ομολογώ, δεν το περίμενα αυτό.
- Ομολογώ ότι η ιδέα σου είναι πολύ καλή.