ορατά
επίρρημα1. Με τρόπο που γίνεται αντιληπτός με τα μάτια, με την όραση.
2. Με τρόπο σαφή, καταφανή ή διακριτό· φανερά, αισθητά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατάσταση της υγείας του βελτιώθηκε ορατά μετά τη φαρμακευτική αγωγή.
- Η κούραση και η αγωνία ήταν ορατά αποτυπωμένες στο πρόσωπό της.
- Τα αποτελέσματα των νέων μέτρων άρχισαν να γίνονται ορατά στην οικονομία.
- Τα μακρινά βουνά δεν ήταν πλέον ορατά εξαιτίας της πυκνής ομίχλης.