ορατά

επίρρημα

1. Με τρόπο που γίνεται αντιληπτός με τα μάτια, με την όραση.

2. Με τρόπο σαφή, καταφανή ή διακριτό· φανερά, αισθητά.

Συνώνυμα

εμφανώς φανερά ευδιάκριτα οφθαλμοφανώς καταφανώς αισθητά διακριτά ολοφάνερα έκδηλα πρόδηλα ξεκάθαρα πασίδηλα προφανώς χειροπιαστά ολοκάθαρα τρανταχτά περιτράνως

Αντώνυμα

αόρατα ανεπαίσθητα αφανώς δυσδιάκριτα αδιόρατα κρυφά συγκαλυμμένα υποδόρια ανεξακρίβωτα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κατάσταση της υγείας του βελτιώθηκε ορατά μετά τη φαρμακευτική αγωγή.
  • Η κούραση και η αγωνία ήταν ορατά αποτυπωμένες στο πρόσωπό της.
  • Τα αποτελέσματα των νέων μέτρων άρχισαν να γίνονται ορατά στην οικονομία.
  • Τα μακρινά βουνά δεν ήταν πλέον ορατά εξαιτίας της πυκνής ομίχλης.