παγωμάρα

ουσιαστικό

1. Έντονο αίσθημα κρύου, τσουχτερή παγωνιά.

2. Συναισθηματική κατάσταση αμηχανίας, κατάπληξης, απογοήτευσης ή ψυχρότητας που δημιουργείται από δυσάρεστο ή αναπάντεχο γεγονός.

3. Έλλειψη κινητικότητας, ζωντάνιας ή δραστηριότητας· στασιμότητα, νέκρα.

Συνώνυμα

παγωνιά μούδιασμα αμηχανία κρυάδα ψυχρότητα σάστισμα νέκρα αποσβόλωμα σοκ ψύχος ψύχρα στασιμότητα απογοήτευση αποκαρδίωση ξενέρωμα αλαλία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μια ανεξήγητη παγωμάρα απλώθηκε στην αίθουσα μόλις ανακοινώθηκαν τα απρόσμενα αποτελέσματα.
  • Μετά το άκουσμα της δυσάρεστης είδησης επικράτησε απόλυτη σιωπή και παγωμάρα στην παρέα.
  • Η ξαφνική καταιγίδα έφερε μια πρωτοφανή παγωμάρα για την εποχή, αναγκάζοντάς μας να κλειστούμε μέσα.
  • Παρά τις προσφορές των καταστηματαρχών, η εμπορική κίνηση στην αγορά χαρακτηρίζεται από έντονη παγωμάρα.