πανικοβλημένος
επίθετο1. Αυτός που έχει καταληφθεί από έντονο, αιφνίδιο και ανεξέλεγκτο φόβο ή σύγχυση, χάνοντας την ψυχραιμία του.
2. Που εκφράζει ή προδίδει έντονο πανικό.
Συνώνυμα
πανικόβλητος πανικοκρουσμένος κατατρομαγμένος έντρομος κατάτρομος περίτρομος τρομοκρατημένος αλλόφρων αλαφιασμένος αλαλιασμένος τρομοκρατημένος τρομόπληκτος τρομαγμένος ταραγμένος αναστατωμένος θορυβημένος πελαγωμένος εμβρόντητος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μόλις ήχησε ο συναγερμός για φωτιά, οι ένοικοι έτρεχαν πανικοβλημένοι προς την έξοδο κινδύνου.
- Κοίταζε γύρω του με πανικοβλημένο βλέμμα, προσπαθώντας να καταλάβει από πού ερχόταν ο θόρυβος.
- Ο γιατρός προσπάθησε να ηρεμήσει τη μητέρα που ήταν πανικοβλημένη από τον υψηλό πυρετό του παιδιού.
- Μετά τον ισχυρό σεισμό, πλήθος πανικοβλημένων πολιτών συγκεντρώθηκε στην κεντρική πλατεία.