παρακούω
ρήμα1. Δεν υπακούω στις εντολές, τις υποδείξεις ή τις συμβουλές κάποιου, επιδεικνύω ανυπακοή.
2. Δεν ακούω σωστά αυτό που ειπώθηκε, εκλαμβάνω εσφαλμένα λόγια ή ήχους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν πρέπει να παρακούς τις συμβουλές των γονιών σου.
- Μήπως παράκουσες; Εγώ δεν είπα ποτέ κάτι τέτοιο.
- Ο στρατιώτης παράκουσε τις ρητές εντολές του διοικητή του και τιμωρήθηκε.
- Συγγνώμη που δεν απάντησα σωστά, αλλά μάλλον παράκουσα λόγω του θορύβου.