παραλήπτρια
ουσιαστικό1. Γυναίκα στην οποία απευθύνεται και παραδίδεται επιστολή, δέμα, φορτίο ή άλλο αντικείμενο ή μήνυμα.
2. Γυναίκα που αποδέχεται ή λαμβάνει κάτι (π.χ. χρηματικό ποσό, βοήθημα, βραβείο ή άλλη παροχή).
Συνώνυμα
αποδέκτρια λήπτρια δέκτρια δικαιούχος ωφελούμενη ευεργετούμενη κληρονόμος πιστούχος καρπούμενη δέκτης αποδέκτης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δέμα επεστράφη στο ταχυδρομείο επειδή η παραλήπτρια απουσίαζε από τη διεύθυνση κατοικίας της.
- Στο εξωτερικό μέρος του φακέλου αναγράφονταν με σαφήνεια τα στοιχεία της παραλήπτριας.
- Η παραλήπτρια της υποτροφίας ευχαρίστησε θερμά τη διοίκηση του ιδρύματος για την ευκαιρία που της δόθηκε.
- Το ηλεκτρονικό μήνυμα εστάλη κανονικά, αλλά δεν έφτασε ποτέ στην παραλήπτρια λόγω τεχνικού σφάλματος.