παραληρηματικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με το παραλήρημα ή αποτελεί εκδήλωσή του ως παθολογική, ψυχική ή οργανική κατάσταση.
2. Που χαρακτηρίζεται από έλλειψη λογικού ειρμού, ασυναρτησία, ακραία έξαψη ή παραλογισμό.
Συνώνυμα
ασυνάρτητος παράφρων παράλογος φρενήρης μανιώδης αλλοπρόσαλλος εξωφρενικός παρανοϊκός συγχυσμένος έξαλλος φρενιτιώδης τρελός ψευδαισθητικός ασύνδετος ακατάληπτος παράφορος αποδιοργανωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ασθενής εισήχθη στο νοσοκομείο εμφανίζοντας έντονες παραληρηματικές ιδέες καταδίωξης.
- Η ομιλία του ήταν εντελώς παραληρηματική, με αποτέλεσμα να μην μπορεί κανείς να καταλάβει το νόημα των λεγομένων του.
- Εξαιτίας του υψηλού πυρετού έπεσε σε μια παραληρηματική κατάσταση και δεν αναγνώριζε τους οικείους του.
- Το άρθρο του κατέληξε να μοιάζει με παραληρηματικό κείμενο γεμάτο ανεδαφικές θεωρίες συνωμοσίας.