πασίγνωστος
επίθετοΠου είναι γνωστός σε όλους ή σε πάρα πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων· εξαιρετικά διαδεδομένος ή διάσημος.
Συνώνυμα
διάσημος ξακουστός περίφημος περιώνυμος γνωστότατος ξακουσμένος πολυθρύλητος περιβόητος δημοφιλής διαβόητος επιφανής γνωστός πολυσυζητημένος θρυλικός κοινότυπος τετριμμένος χιλιοειπωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρόκειται για έναν πασίγνωστο ηθοποιό που έχει πρωταγωνιστήσει σε δεκάδες διεθνείς επιτυχίες.
- Αυτό το παραδοσιακό τραγούδι είναι πασίγνωστο σε ολόκληρη την Ελλάδα.
- Χρησιμοποίησε μια πασίγνωστη δικαιολογία, την οποία κανείς δεν πίστεψε.
- Η είδηση έγινε πασίγνωστη μέσα σε λίγα λεπτά χάρη στα κοινωνικά δίκτυα.