περίπτερο

ουσιαστικό

1. Μικρό υπαίθριο οίκημα σε πεζοδρόμιο ή πλατεία για τη λιανική πώληση εφημερίδων, τσιγάρων, αναψυκτικών και ψιλικών.

2. Διακεκριμένος χώρος ή προσωρινή κατασκευή σε εμπορική έκθεση για την προβολή και διάθεση προϊόντων ή υπηρεσιών.

Συνώνυμα

κιόσκι εκθετήριο κουβούκλιο σταντ εφημεριδοπωλείο ψιλικατζίδικο μαγαζάκι καπνοπωλείο πρατήριο υπόστεγο παράπηγμα πάγκος

Αντώνυμα

πολυκατάστημα υπερκατάστημα υπεραγορά μέγαρο κτιριοσυγκρότημα οικοδόμημα ουρανοξύστης

Παραδείγματα χρήσης

  • Σταμάτησε στο περίπτερο της γωνίας για να πάρει εφημερίδα και ένα μπουκαλάκι νερό.
  • Η εταιρεία μας συμμετείχε στη διεθνή έκθεση με ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό περίπτερο.
  • Καθίσαμε στο ξύλινο περίπτερο του πάρκου για να προστατευτούμε από τη μεσημεριανή ζέστη.
  • Τα παραδοσιακά περίπτερα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της αστικής ζωής στην Ελλάδα.