περιποίηση
ουσιαστικό1. Φροντίδα για την καθαριότητα, την υγεία, την ευπρέπεια και την καλή κατάσταση του σώματος, ζώου ή αντικειμένου.
2. Ιατρική ή πρακτική βοήθεια και μέριμνα σε τραύμα ή ασθενή.
Συνώνυμα
φροντίδα επιμέλεια καλλωπισμός φρόντισμα περίθαλψη φιλοξενία κέρασμα τραπέζωμα νοσηλεία εξυπηρέτηση εξωραϊσμός καλοπέραση δεξίωση αβροφροσύνη θεραπεία
Αντώνυμα
παραμέληση αμέλεια εγκατάλειψη ατημελησία αδιαφορία αφροντισιά κακομεταχείριση αστοργία απεριποιησιά
Παραδείγματα χρήσης
- Η καθημερινή περιποίηση του δέρματος είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ενυδάτωσής του.
- Ο γιατρός προχώρησε στον καθαρισμό και την κατάλληλη περιποίηση της πληγής.
- Μας υποδέχτηκαν στο σπίτι τους με εξαιρετική περιποίηση και ένα πλούσιο τραπέζι.
- Αυτό το ξύλινο έπιπλο απαιτεί ειδική περιποίηση με κερί για να μην φθαρεί.