πλήρες
επίθετο1. Που περιέχει όση ποσότητα μπορεί να χωρέσει, χωρίς κενό χώρο· γεμάτο.
2. Που περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέρη, στοιχεία ή λεπτομέρειες, χωρίς καμία έλλειψη· ολοκληρωμένος.
3. Που φτάνει στον ανώτατο βαθμό έντασης ή ακμής· απόλυτος, τέλειος.
Συνώνυμα
ολοκληρωμένο γεμάτο άρτιο ανελλιπές ακέραιο ολόκληρο κατάμεστο ολοσχερές απόλυτο τέλειο συνολικό υπερπλήρες ξέχειλο εξαντλητικό ενδελεχές παντελές
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπέβαλε ένα πλήρες βιογραφικό σημείωμα μαζί με όλα τα απαραίτητα πιστοποιητικά.
- Το τουριστικό πακέτο προσφέρει διαμονή με πλήρη διατροφή.
- Το θέατρο ήταν πλήρες από νωρίς το απόγευμα.
- Απαιτείται πλήρης διαφάνεια σε όλες τις διαδικασίες ανάθεσης των έργων.