πλαγίως
επίρρημα1. Προς ή από το πλάι, λοξά και όχι κατευθείαν ή μετωπικά.
2. Με έμμεσο τρόπο, μέσω υπαινιγμών και χωρίς ευθύτητα ή σαφήνεια.
3. Με παράκαμψη των νόμιμων ή καθιερωμένων διαδικασιών, υπογείως ή δόλια.
Συνώνυμα
πλάγια εμμέσως έμμεσα λοξά λοξώς υπαινικτικά υπογείως συγκεκαλυμμένα κεκαλυμμένα παρασκηνιακά περιφραστικά παράπλευρα υπούλως διαγώνια κρυφά δόλια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κοίταξε πλαγίως προς την πόρτα για να δει ποιος είχε μπει στην αίθουσα.
- Προσπάθησε πλαγίως να μάθει τις λεπτομέρειες της συμφωνίας χωρίς να ρωτήσει ευθέως.
- Απέκτησε το αξίωμα πλαγίως, εκμεταλλευόμενος τις πολιτικές του γνωριμίες.
- Μου άφησε πλαγίως να εννοηθεί ότι η συνεργασία μας ενδέχεται να διακοπεί σύντομα.