πλαστογράφηση
ουσιαστικό1. Η παράνομη απομίμηση, κατασκευή ή αλλοίωση εγγράφου, υπογραφής, νομίσματος ή έργου τέχνης με σκοπό την παραπλάνηση και τον προσπορισμό οφέλους.
2. Η εσκεμμένη διαστρέβλωση ή νόθευση της αλήθειας, κειμένων ή ιστορικών γεγονότων.
Συνώνυμα
πλαστογραφία παραχάραξη παραποίηση νόθευση νοθεία κιβδηλεία κιβδήλευση αλλοίωση λαθροχειρία διαστρέβλωση απομίμηση καταδολίευση μαγείρεμα μαϊμουδιά αντιγραφή
Αντώνυμα
επικύρωση πιστοποίηση αυθεντικοποίηση επαλήθευση διακρίβωση εξακρίβωση νομιμοποίηση τεκμηρίωση διασφάλιση
Παραδείγματα χρήσης
- Συνελήφθη στο αεροδρόμιο για πλαστογράφηση ταξιδιωτικών εγγράφων και διαβατηρίων.
- Η πλαστογράφηση της υπογραφής του διευθυντή έγινε αμέσως αντιληπτή από το λογιστήριο.
- Οι ιστορικοί κατήγγειλαν τη συστηματική πλαστογράφηση των πηγών από το καθεστώς.
- Κατηγορείται για την πλαστογράφηση τραπεζικών επιταγών μεγάλης χρηματικής αξίας.