πλεονασματικός
επίθετο1. Που παρουσιάζει πλεόνασμα, στον οποίο τα έσοδα υπερβαίνουν τις δαπάνες ή η παραγωγή ξεπερνά την κατανάλωση.
2. Που υπερβαίνει το κανονικό, αναγκαίο ή προβλεπόμενο όριο· περιττός ή υπεράριθμος.
Συνώνυμα
πλεονάζων περιττός περισσός περίσσιος υπεράριθμος υπερεπαρκής πλεοναστικός επιπλέον αχρείαστος υπερβολικός άφθονος δαψιλής ανώφελος επιπρόσθετος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κρατικός προϋπολογισμός ήταν πλεονασματικός για τρίτη συνεχόμενη χρονιά.
- Η εταιρεία ανακοίνωσε πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου για το πλεονασματικό προσωπικό της.
- Τα πλεονασματικά αποθέματα ενέργειας διοχετεύτηκαν στα δίκτυα των γειτονικών χωρών.
- Η τελευταία παράγραφος της αναφοράς θεωρήθηκε πλεονασματική και τελικά αφαιρέθηκε.