πομπώδης
επίθετοΠου εκδηλώνει υπερβολική μεγαλοπρέπεια ή επιτηδευμένο μεγαλείο με σκοπό να εντυπωσιάσει.
Συνώνυμα
βαρύγδουπος επιδεικτικός φανφαρώδης επιτηδευμένος κομπαστικός αλαζονικός μεγαλειώδης μεγαλοπρεπής περίτεχνος θεατρικός φανταχτερός φαντασμαγορικός σοβαροφανής υπερβολικός προκλητικός λαμπερός διακοσμητικός υπέροχος θεαματικός πολυτελής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πομπώδης ομιλία του υπουργού δεν έπεισε τους πολίτες.
- Εκείνο το μνημείο μοιάζει με ένα πομπώδες άγαλμα από άλλη εποχή.
- Οι προσκλήσεις για το γλέντι ήταν υπερβολικά πομπώδεις και ακριβές.
- Ο σκηνοθέτης προτίμησε μια πομπώδης ερμηνεία για το δραματικό φινάλε.
- Αποφεύγω τα πομπώδη διακοσμητικά που κάνουν τον χώρο να φαίνεται κιτς.