πραγματισμός

ουσιαστικό

1. Φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία η αλήθεια και η αξία μιας ιδέας ή πρότασης καθορίζονται αποκλειστικά από την πρακτική της εφαρμογή και τη χρησιμότητα των αποτελεσμάτων της.

Συνώνυμα

ρεαλισμός πρακτικισμός πραγματοκρατία πρακτικότητα ρεαλιστικότητα ωφελιμισμός θετικισμός ορθολογισμός λειτουργικότητα αποτελεσματικότητα χρησιμοθηρία υλισμός σκοπιμότητα

Αντώνυμα

ιδεαλισμός ιδεοκρατία ουτοπισμός ρομαντισμός αιθεροβασία ανεδαφικότητα δογματισμός φαντασιοπληξία θεωρητικολογία ονειροπόληση

Παραδείγματα χρήσης

  • Στον τομέα της διπλωματίας ο ψυχρός πραγματισμός συχνά υπερισχύει των ιδεολογικών αρχών.
  • Αντιμετώπισε την οικονομική κρίση της επιχείρησης με αξιοθαύμαστο πραγματισμό και ψυχραιμία.
  • Ο αμερικανικός πραγματισμός του δέκατου ένατου αιώνα άσκησε βαθιά επίδραση στην εξέλιξη της εκπαίδευσης.
  • Οι επικριτές του τον κατηγορούν ότι ο υπέρμετρος πραγματισμός του αγγίζει τα όρια του κυνισμού.