προάστιο

ουσιαστικό

Οικιστική περιοχή, οικισμός ή πολεοδομικό τμήμα που εκτείνεται στις παρυφές ή έξω από τον κεντρικό αστικό ιστό μιας μεγάλης πόλης, διατηρώντας στενή συγκοινωνιακή και λειτουργική σύνδεση με αυτήν.

Συνώνυμα

περίχωρο περίχωρα συνοικία συνοικισμός παρυφές παρυφή περιφέρεια οικισμός γειτονιά κράσπεδα εξοχή κωμόπολη μαχαλάς χωριό

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αποφάσισαν να μετακομίσουν σε ένα ήσυχο προάστιο της Αθήνας για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.
  • Η καθημερινή μετακίνηση από τα βόρεια προάστια προς την εργασία του διαρκεί πάνω από μία ώρα.
  • Πολλά προάστια αναπτύχθηκαν ραγδαία τα τελευταία χρόνια και μετατράπηκαν σε σχεδόν αυτόνομους δήμους.
  • Το πατρικό της σπίτι βρίσκεται σε ένα γραφικό παραθαλάσσιο προάστιο.