προπαγανδίζω

ρήμα

1. Διαδίδω με συστηματικό και συχνά μεροληπτικό τρόπο ιδέες, θεωρίες ή πολιτικές απόψεις με σκοπό τον επηρεασμό της κοινής γνώμης.

2. Προβάλλω, προωθώ ή διαφημίζω έντονα κάποιο πρόσωπο, έργο, στάση ζωής ή προϊόν.

Συνώνυμα

διαδίδω προβάλλω προωθώ διαφημίζω διασαλπίζω διαλαλώ κηρύττω κηρύσσω κατηχώ προσηλυτίζω υποστηρίζω πλασάρω σπέρνω διαχέω κοινολογώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα ελεγχόμενα μέσα ενημέρωσης προσπαθούσαν να προπαγανδίσουν τις θέσεις του καθεστώτος.
  • Εδώ και εβδομάδες προπαγανδίζει τη νέα του επιχειρηματική ιδέα σε όλα τα κοινωνικά δίκτυα.
  • Δεν ανέχομαι να μου προπαγανδίζεις τέτοιες ακραίες και επικίνδυνες απόψεις.
  • Οι ακτιβιστές προπαγάνδιζαν την ανάγκη για άμεση λήψη μέτρων υπέρ του περιβάλλοντος.