προσιτότητα

ουσιαστικό

1. Η ιδιότητα του να είναι κανείς ή κάτι εύκολα προσεγγίσιμος, προσβάσιμος ή ανοιχτός σε επαφή και επικοινωνία.

2. Το να είναι ένα αγαθό ή μια υπηρεσία οικονομικά εφικτή και σε λογική τιμή για το ευρύ κοινό.

Συνώνυμα

προσβασιμότητα προσπελασιμότητα βατότητα καταδεκτικότητα ευπροσηγορία ευληπτότητα κατανοητότητα οικονομικότητα ευκολία διαθεσιμότητα απλότητα φιλικότητα εγγύτητα σαφήνεια ανοιχτότητα

Αντώνυμα

απροσιτότητα απροσβασιμότητα απροσπελασιμότητα ακαταδεκτικότητα ακρίβεια δυσκολία υπεροψία αποξένωση δυσληψία ψυχρότητα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η προσιτότητα των τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης είναι κρίσιμη για τα νοικοκυριά.
  • Οι φοιτητές εκτιμούν ιδιαίτερα την προσιτότητα του καθηγητή, καθώς είναι πάντοτε διαθέσιμος για συζήτηση.
  • Η αρχιτεκτονική μελέτη εξασφαλίζει την πλήρη προσιτότητα του κτιρίου σε άτομα με αναπηρία.
  • Το βιβλίο ξεχωρίζει για την προσιτότητά του, αφού εξηγεί πολύπλοκες επιστημονικές έννοιες με απλά λόγια.