πόλωση

ουσιαστικό

1. Δημιουργία ή όξυνση έντονων αντιθέσεων και διχασμός μιας ομάδας ή της κοινωνίας σε δύο αντιμαχόμενα άκρα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το προεκλογικό κλίμα χαρακτηρίστηκε από έντονη πόλωση και οξύτατες λεκτικές επιθέσεις.
  • Η κοινωνική πόλωση δυσχεραίνει κάθε προσπάθεια για διάλογο και συναίνεση.
  • Τα ειδικά γυαλιά ηλίου μειώνουν τις ενοχλητικές αντανακλάσεις αξιοποιώντας την πόλωση του φωτός.
  • Η κυβέρνηση προσπάθησε να αποτρέψει την περαιτέρω πόλωση της κοινής γνώμης.