ρεματιά
ουσιαστικό1. Φυσική βαθιά αυλάκωση ή κοίτη του εδάφους ανάμεσα σε πλαγιές, από όπου ρέει ή κατέρχεται χείμαρρος, συνήθως με πυκνή παρόχθια βλάστηση.
2. Στενή και απότομη μικρή κοιλάδα ή χαράδρα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το καλοκαίρι περπατούσαμε στη δροσερή ρεματιά κάτω από τη βαθιά σκιά των πλατάνων.
- Μετά την ξαφνική νεροποντή, η ρεματιά φούσκωσε επικίνδυνα και παρέσυρε κλαδιά και πέτρες.
- Από το βάθος της ρεματιάς ακουγόταν το γάργαρο κελάρυσμα του τρεχούμενου νερού.
- Οι περιπατητές ακολούθησαν το παλιό μονοπάτι που διέσχιζε τις κατάφυτες ρεματιές του βουνού.