ριζικός

επίθετο

1. Που αναφέρεται ή ανήκει στη ρίζα ενός φυτού, ενός ανατομικού οργάνου ή μιας λέξης.

2. Που επηρεάζει κάτι εκ βάθρων, επιφέροντας πλήρη, απόλυτη και δραστική αλλαγή ή λύση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Χρειάζονται ριζικές αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα για να βελτιωθεί η ποιότητά του.
  • Ο γιατρός πρότεινε μια ριζική θεραπευτική αγωγή για την οριστική αντιμετώπιση της πάθησης.
  • Η ανακαίνιση του παλιού σπιτιού ήταν ριζική, καθώς άλλαξε μέχρι και η διαρρύθμιση των δωματίων.
  • Η ριζική ανατροπή των δεδομένων οδήγησε τη διοίκηση σε παραίτηση.