ρωμαλέος
επίθετο1. Σωματικά δυνατός, γεροδεμένος και γεμάτος υγεία και σφρίγος.
2. (Μεταφορικά) Που χαρακτηρίζεται από ένταση, τόλμη, εκφραστική δύναμη ή πνευματικό σθένος.
Συνώνυμα
εύρωστος γεροδεμένος στιβαρός δυνατός σφριγηλός σθεναρός άλκιμος κρατερός γερός δυναμικός θηριώδης παλικαρίσιος χεροδύναμος νταβραντισμένος ακατάβλητος γρανιτένιος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νεαρός αθλητής εντυπωσίασε τους θεατές με το ρωμαλέο παράστημά του.
- Ήταν ένας ρωμαλέος άνδρας που μπορούσε να αντέξει ακόμα και τις πιο σκληρές χειρωνακτικές δουλειές.
- Το βιβλίο διακρίνεται για τον ρωμαλέο του λόγο και την αδιαπραγμάτευτη ειλικρίνεια.
- Παρά τα προχωρημένα χρόνια του, διατηρούσε μια ρωμαλέα κορμοστασιά που ενέπνεε σεβασμό.