σίτιση
ουσιαστικό1. Η διαδικασία λήψης ή χορήγησης τροφής για τη συντήρηση και ανάπτυξη ενός οργανισμού.
2. Η οργανωμένη παροχή γευμάτων σε συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού, όπως μαθητές, φοιτητές, ασθενείς ή απόρους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πανεπιστήμιο παρέχει δωρεάν σίτιση σε όλους τους φοιτητές με χαμηλό οικογενειακό εισόδημα.
- Η σωστή σίτιση του βρέφους κατά τους πρώτους μήνες είναι καθοριστική για τη μετέπειτα υγεία του.
- Μετά τη χειρουργική επέμβαση, η σίτιση του ασθενούς πραγματοποιούνταν αποκλειστικά με ενδοφλέβιο ορό.
- Ο δήμος ανέλαβε πρωτοβουλία για τη συστηματική σίτιση των αδέσποτων ζώων της γειτονιάς.