σακί

ουσιαστικό

1. Μεγάλη θήκη από χοντρό ύφασμα, λινάτσα, χοντρό χαρτί ή πλαστικό, που χρησιμοποιείται κυρίως για τη συσκευασία, μεταφορά και αποθήκευση γεωργικών προϊόντων, καρπών ή στερεών υλικών.

Συνώνυμα

τσουβάλι σάκος σακούλι σακούλα ντορβάς τουρβάς λιναρόσακος χαρτόσακος ταγάρι σακίδιο δισάκι μπόγος δέμα

Αντώνυμα

κιβώτιο κουτί κασόνι καφάσι μπαούλο βαρέλι τενεκές δοχείο

Παραδείγματα χρήσης

  • Φορτώσαμε τα σακιά με τις ελιές στην καρότσα του αγροτικού.
  • Αγόρασε ένα σακί πατάτες από τη λαϊκή αγορά για να έχει προμήθειες.
  • Από την εξάντληση σωριάστηκε στο πάτωμα σαν σακί.
  • Έσκισε κατά λάθος το σακί με το αλεύρι και λερώθηκε όλη η αποθήκη.