σαφηνίζω
ρήμα1. Κάνω κάτι σαφές, ευδιάκριτο και απόλυτα κατανοητό· αίρω κάθε ασάφεια ή αμφιβολία.
2. Επεξηγώ ή αναλύω ένα ζήτημα ώστε να μην υπάρχει παρανόηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να σαφηνίσουμε τους όρους της συμφωνίας πριν πέσουν οι υπογραφές.
- Ο εκπρόσωπος τύπου θέλησε να σαφηνίσει τη θέση της κυβέρνησης σχετικά με το επίμαχο θέμα.
- Η ανακοίνωση που εκδόθηκε σαφήνισε πλήρως το χρονοδιάγραμμα των εξετάσεων.
- Όσο προχωρούσε η συζήτηση, σαφηνίζονταν οι πραγματικές προθέσεις του συνεργάτη του.