σβηστός

επίθετο

1. Που έχει πάψει να καίει ή να εκπέμπει φως (για φωτιά, φλόγα, λάμπα κ.λπ.).

2. Που δεν βρίσκεται σε λειτουργία, που έχει τεθεί εκτός λειτουργίας (για ηλεκτρική συσκευή, κινητήρα, μηχάνημα κ.λπ.).

Συνώνυμα

σβησμένος κλειστός απενεργοποιημένος αποσβεσμένος κατεσβεσμένος ανενεργός άτονος θαμπός αμυδρός ξεθωριασμένος εξαλειμμένος άψυχος αδρανής νεκρός ξέθωρος σκοτεινός μαραμένος αναιμικός

Αντώνυμα

αναμμένος ανοιχτός ενεργοποιημένος ενεργός φλεγόμενος πυρακτωμένος φωτεινός λαμπερός ζωντανός έντονος σπινθηροβόλος ακμαίος

Παραδείγματα χρήσης

  • Βρήκε το τζάκι εντελώς σβηστό και το δωμάτιο παγωμένο.
  • Πλησίασε το σπίτι με τα φώτα του αυτοκινήτου σβηστά για να μην γίνει αντιληπτός.
  • Κοιτούσε τον τοίχο με ένα βλέμμα σβηστό, χωρίς ίχνος ελπίδας.
  • Η οθόνη του υπολογιστή παρέμενε σβηστή, παρόλο που πατούσε επανειλημμένα το κουμπί εκκίνησης.