σκληροκαρδία

ουσιαστικό

1. Έλλειψη συμπόνιας, οίκτου και συναισθηματικής ευαισθησίας απέναντι στον πόνο ή τις ανάγκες των συνανθρώπων· σκληρή, ανελέητη ψυχική διάθεση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σκληροκαρδία του δεν τον άφησε να συγκινηθεί ούτε μπροστά στα δάκρυα των παιδιών του.
  • Όλοι στο χωριό σχολίαζαν τη σκληροκαρδία του τοκογλύφου, που έπαιρνε τις περιουσίες των φτωχών χωρίς ίχνος οίκτου.
  • Στα εκκλησιαστικά κείμενα καταδικάζεται συχνά η σκληροκαρδία όσων αρνούνται να μετανοήσουν και να συγχωρήσουν.
  • Πίσω από τη φαινομενική αυστηρότητα του χαρακτήρα του δεν κρυβόταν σκληροκαρδία, αλλά ένας βαθύς φόβος μήπως πληγωθεί.