σκοτίζομαι

ρήμα

1. Παθαίνω σκοτοδίνη, ζαλίζομαι ή χάνω προσωρινά τη διαύγειά μου.

2. Θολώνει η όραση ή το μυαλό μου.

3. (Συνήθως σε αρνητικές προτάσεις) Ενδιαφέρομαι, νοιάζομαι, δίνω σημασία σε κάτι.

4. Απασχολώ έντονα και κουραστικά τη σκέψη μου, πονοκεφαλιάζω.

Συνώνυμα

ζαλίζομαι σκοτοδινιώ νοιάζομαι πολυνοιάζομαι χολοσκάω πονοκεφαλιάζω θολώνω σκοτεινιάζω ιλυγγιώ ενδιαφέρομαι ανησυχώ στενοχωριέμαι παιδεύομαι προβληματίζομαι βασανίζομαι τυραννιέμαι ζορίζομαι σκάω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Από την πολλή ορθοστασία και τη ζέστη άρχισε να σκοτίζεται και χρειάστηκε να καθίσει.
  • Δεν σκοτίζομαι καθόλου για το τι θα πουν οι άλλοι για τις επιλογές μου.
  • Μη σκοτίζεσαι άδικα με πράγματα που δεν μπορείς να αλλάξεις.
  • Μόλις έμαθε τα απρόσμενα νέα, σκοτίστηκε το μυαλό του και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.