σκοτεινά
επίρρημα1. Με ελάχιστο ή καθόλου φωτισμό, μέσα στο σκοτάδι ή στη σκιά.
2. Με τρόπο μελαγχολικό, βαρύ ή απαισιόδοξο.
3. Με τρόπο δυσνόητο, αινιγματικό, ύποπτο ή υποχθόνιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον τελευταίο καιρό βλέπει το μέλλον πολύ σκοτεινά και δεν κάνει σχέδια.
- Κινήθηκε σκοτεινά και στο παρασκήνιο για να εξασφαλίσει τη θέση.
- Μας μίλησε σκοτεινά, με υπαινιγμούς που κανείς δεν μπόρεσε να καταλάβει.
- Το σοκάκι ήταν σκοτεινά φωτισμένο από μια μόνο παλιά λάμπα.