σκοτεινά

επίρρημα

1. Με ελάχιστο ή καθόλου φωτισμό, μέσα στο σκοτάδι ή στη σκιά.

2. Με τρόπο μελαγχολικό, βαρύ ή απαισιόδοξο.

3. Με τρόπο δυσνόητο, αινιγματικό, ύποπτο ή υποχθόνιο.

Συνώνυμα

μαύρα ζοφερά θαμπά ανήλιαγα μελαγχολικά απαισιόδοξα σκυθρωπά κατηφώς καταθλιπτικά πένθιμα αινιγματικά μυστηριωδώς ασαφώς δυσνόητα ύποπτα κρυφά υπόγεια βαριά αχνά δόλια

Αντώνυμα

φωτεινά λαμπερά καθαρά ξάστερα σαφώς αισιόδοξα χαρούμενα φανερά ανοιχτά πρόσχαρα ευθέως ολόφωτα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τον τελευταίο καιρό βλέπει το μέλλον πολύ σκοτεινά και δεν κάνει σχέδια.
  • Κινήθηκε σκοτεινά και στο παρασκήνιο για να εξασφαλίσει τη θέση.
  • Μας μίλησε σκοτεινά, με υπαινιγμούς που κανείς δεν μπόρεσε να καταλάβει.
  • Το σοκάκι ήταν σκοτεινά φωτισμένο από μια μόνο παλιά λάμπα.