σκουπιδαριό
ουσιαστικό1. Μεγάλη ποσότητα ή σωρός από απορρίμματα και άχρηστα αντικείμενα.
2. Χώρος εξαιρετικά ακάθαρτος, γεμάτος βρωμιά και σκουπίδια.
3. (μεταφορικά) Σύνολο από πράγματα, θεάματα ή έργα ευτελούς ποιότητας, χωρίς καμία αισθητική ή πνευματική αξία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πάρκο μετά τη μεγάλη συναυλία είχε μετατραπεί σε ένα απέραντο σκουπιδαριό.
- Δεν αντέχω να παρακολουθώ άλλο αυτό το τηλεοπτικό σκουπιδαριό που προβάλλουν τα κανάλια.
- Μάζεψε επιτέλους το σκουπιδαριό από το δωμάτιό σου πριν έρθουν οι καλεσμένοι.
- Η παλιά αποθήκη στην αυλή είχε γεμίσει με κάθε λογής σκουπιδαριό.