σπιρτόζος
επίθετο1. Αυτός που διακρίνεται για τη ζωηράδα, την ετοιμότητα πνεύματος, την ευστροφία και το μπρίο του.
2. Αυτός που φανερώνει εξυπνάδα, χάρη ή παιχνιδιάρικη διάθεση (για βλέμμα, ύφος, απάντηση).
Συνώνυμα
μπριόζος εύστροφος πνευματώδης σπιρτωτός έξυπνος ξύπνιος ζωηρός ετοιμόλογος ταχύνοος ευφυής δαιμόνιος τσαχπίνης καπάτσος ζωντανός παιχνιδιάρης πονηρός ευέλικτος δραστήριος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν ένα σπιρτόζο κορίτσι που δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω χωρίς μια εύστοχη απάντηση.
- Με το σπιρτόζο βλέμμα του κατάλαβε αμέσως ότι οι συνεργάτες του κάτι του έκρυβαν.
- Αν και προχωρημένης ηλικίας, παρέμενε απίστευτα σπιρτόζος και γεμάτος ενέργεια.
- Το κοινό ξέσπασε σε γέλια με τη σπιρτόζα ατάκα του κωμικού.