στέγαση
ουσιαστικό1. Εξασφάλιση ή παροχή χώρου διαμονής ή κατοικίας σε πρόσωπα.
2. Εγκατάσταση και λειτουργία υπηρεσίας, οργανισμού ή επιχείρησης σε συγκεκριμένο κτίριο ή χώρο.
3. Τοποθέτηση στέγης ή προστατευτικού καλύμματος σε κτίριο ή κατασκευή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δήμος μεριμνά για την άμεση στέγαση των πληγέντων από τον καταστροφικό σεισμό.
- Το αυξημένο κόστος των ενοικίων έχει μετατρέψει τη στέγαση σε μείζον κοινωνικό ζήτημα.
- Η στέγαση των νέων υπηρεσιών του υπουργείου πραγματοποιήθηκε σε ένα σύγχρονο κτίριο.
- Οι εργασίες για τη στέγαση του υπαίθριου αρχαιολογικού χώρου ολοκληρώθηκαν επιτυχώς.