στερεοτυπικός

επίθετο

1. Που βασίζεται σε στερεότυπα, προκαταλήψεις ή παγιωμένες και απλουστευτικές αντιλήψεις.

2. Που στερείται πρωτοτυπίας και ακολουθεί ένα προκαθορισμένο, επαναλαμβανόμενο πρότυπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ρόλος που του δόθηκε στη σειρά ήταν υπερβολικά στερεοτυπικός και στερούνταν βάθους.
  • Η διαφήμιση κατακρίθηκε έντονα για την αναπαραγωγή στερεοτυπικών αντιλήψεων σχετικά με τους ρόλους των δύο φύλων.
  • Απέφυγε να δώσει μια στερεοτυπική απάντηση και εξήγησε με ειλικρίνεια τη δική του οπτική.
  • Συχνά οι απόψεις μας για άλλους λαούς βασίζονται σε στερεοτυπικές εικόνες που διαμορφώνονται από τα μέσα ενημέρωσης.