στερεοτυπικός
επίθετο1. Που βασίζεται σε στερεότυπα, προκαταλήψεις ή παγιωμένες και απλουστευτικές αντιλήψεις.
2. Που στερείται πρωτοτυπίας και ακολουθεί ένα προκαθορισμένο, επαναλαμβανόμενο πρότυπο.
Συνώνυμα
στερεότυπος σχηματικός τυποποιημένος συμβατικός τετριμμένος κοινότοπος προβλέψιμος προκατειλημμένος απλουστευτικός παγιωμένος τυπικός μονότονος απολιθωμένος τυπολατρικός
Αντώνυμα
πρωτότυπος αντισυμβατικός ιδιότυπος καινοτόμος απροκατάληπτος ρηξικέλευθος απρόβλεπτος ασυνήθιστος μοναδικός ευέλικτος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ρόλος που του δόθηκε στη σειρά ήταν υπερβολικά στερεοτυπικός και στερούνταν βάθους.
- Η διαφήμιση κατακρίθηκε έντονα για την αναπαραγωγή στερεοτυπικών αντιλήψεων σχετικά με τους ρόλους των δύο φύλων.
- Απέφυγε να δώσει μια στερεοτυπική απάντηση και εξήγησε με ειλικρίνεια τη δική του οπτική.
- Συχνά οι απόψεις μας για άλλους λαούς βασίζονται σε στερεοτυπικές εικόνες που διαμορφώνονται από τα μέσα ενημέρωσης.