στοπ

ουσιαστικό

1. Ρυθμιστική πινακίδα οδικής σήμανσης που υποχρεώνει τον οδηγό να ακινητοποιήσει πλήρως το όχημα πριν από διασταύρωση.

2. Το κόκκινο φως στο πίσω μέρος οχήματος που ανάβει αυτόματα με το πάτημα του φρένου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο απρόσεκτος οδηγός παραβίασε το στοπ και παραλίγο να προκαλέσει σοβαρό ατύχημα.
  • Πρέπει επιτέλους να βάλουμε ένα στοπ σε αυτή την απαράδεκτη συμπεριφορά.
  • Στοπ! Μην κάνεις ούτε ένα βήμα παραπέρα, έχει σπασμένα γυαλιά κάτω.
  • Δεν λειτουργεί το δεξί στοπ της μηχανής και πρέπει να αλλάξω τη λάμπα άμεσα.