στραγγαλίζω
ρήμα1. Προκαλώ τον θάνατο ή ασφυξία σε κάποιον πιέζοντας με δύναμη τον λαιμό του με τα χέρια ή με κάποιο όργανο.
2. Καταπνίγω βίαια, ανακόπτω ή παραλύω την εξέλιξη, την ελευθερία, την οικονομία ή μια εκδήλωση.
Συνώνυμα
πνίγω καταπνίγω αποπνίγω φιμώνω καταστέλλω ξελαμίζω νεκρώνω παραλύω μπλοκάρω αναχαιτίζω στριμώχνω απαγχονίζω εξοντώνω αφανίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δράστης επιχείρησε να στραγγαλίσει το θύμα με ένα κομμάτι σύρμα.
- Η υπέρμετρη φορολογία και τα αυστηρά μέτρα λιτότητας στραγγαλίζουν την τοπική αγορά.
- Το αυταρχικό καθεστώς προσπάθησε με κάθε μέσο να στραγγαλίσει την ελευθερία του τύπου.
- Ένιωθε το άγχος να του στραγγαλίζει την ανάσα κάθε φορά που έπρεπε να μιλήσει δημόσια.