συγκλονιστικός
επίθετο1. Που προκαλεί έντονη συναισθηματική αναστάτωση ή βαθιά εντύπωση, συγκινεί ή σοκάρει.
2. Που χαρακτηρίζεται από μεγάλη δραματικότητα ή ένταση, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στον παρατηρητή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παράσταση ήταν συγκλονιστική — με έκανε να κλάψω.
- Η είδηση του ατυχήματος ήταν συγκλονιστική για όλο το χωριό.
- Το ηλιοβασίλεμα πάνω από τα βουνά ήταν συγκλονιστικό.
- Οι ηθοποιοί έδωσαν μια συγκλονιστική ερμηνεία.
- Οι μαρτυρίες των επιζώντων ήταν συγκλονιστικές.