συμπυκνωμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί αφαίρεση μέρους του νερού ή του διαλύτη του, με αποτέλεσμα την αύξηση της πυκνότητάς του.
2. (για αέριο ή ατμό) Που έχει υγροποιηθεί ή μετατραπεί σε σταγονίδια λόγω ψύξης ή πίεσης.
Συνώνυμα
περιεκτικός συνεπτυγμένος πυκνός πηχτός παχύρρευστος συνοπτικός μεστός επιγραμματικός λακωνικός συμπιεσμένος πυκνωμένος συγκεφαλαιωτικός αδιάλυτος σύντομος λιτός σφιχτός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρόσθεσε λίγο νερό στον συμπυκνωμένο χυμό γιατί είναι πολύ έντονος.
- Για τη συνταγή του κέικ θα χρειαστείτε ένα κουτί ζαχαρούχο συμπυκνωμένο γάλα.
- Το άρθρο του αποτελεί μια συμπυκνωμένη παρουσίαση της σύγχρονης πολιτικής κατάστασης.
- Οι υδρατμοί μετατράπηκαν σε συμπυκνωμένες σταγόνες πάνω στα τζάμια του δωματίου.