συνάφεια
ουσιαστικόΧαρακτηριστικό ή κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα στοιχεία έχουν σχέση μεταξύ τους ως προς νόημα, σκοπό, λειτουργία ή περιεχόμενο, με αποτέλεσμα το ένα να αποκτά σημασία ή καταλληλότητα στο πλαίσιο του άλλου.
Συνώνυμα
σχετικότητα σύνδεση σχέση συσχέτιση συγγένεια χημεία συνοχή εφαρμοσιμότητα αναλογία συνεκτικότητα σύνδεσμος δεσμός επαφή δέσιμο ομοιότητα συμβατότητα συμπτωματικότητα
Αντώνυμα
ασυνάφεια αποσύνδεση ασυμβατότητα ασυναρτησία χάσμα αντίφαση αντιδιαστολή αποσυσχέτιση ανεξαρτησία αντίθεση ακαταλληλότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνάφεια των στοιχείων με το θέμα είναι απαραίτητη για την έρευνα.
- Διερεύνησαν τη συνάφεια μεταξύ των δύο μεταβλητών και βρήκαν ισχυρή σχέση.
- Η συνάφεια στο επιχείρημα δίνει συνοχή και καθαρότητα στην παρουσίαση.
- Ο υποψήφιος έχει συνάφεια με το γνωστικό αντικείμενο της θέσης.
- Η επιτροπή έκρινε τη συνάφεια των προσόντων με τις απαιτήσεις του προγράμματος.