συνδρομήτρια
ουσιαστικό1. Γυναίκα που έχει εγγραφεί σε κάποια υπηρεσία, οργανισμό, έντυπο ή ψηφιακή πλατφόρμα, καταβάλλοντας τακτικό χρηματικό αντίτιμο για τη χρήση ή παραλαβή τους.
2. Γυναίκα που συνεισφέρει οικονομικά ή υλικά σε έναν κοινωφελή σκοπό, ίδρυμα ή σωματείο.
Συνώνυμα
εγγεγραμμένη πελάτισσα χρήστρια αναγνώστρια μέλος υποστηρίκτρια ενισχύτρια συμμετέχουσα αρωγός ακροάτρια τηλεθεάτρια καταναλώτρια χρηματοδότρια δωρήτρια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως παλιά συνδρομήτρια του περιοδικού, δικαιούται έκπτωση στην ετήσια ανανέωση.
- Η εταιρεία τηλεπικοινωνιών ενημέρωσε κάθε συνδρομήτρια για τις αλλαγές στα προγράμματα συμβολαίου.
- Έγινε πρόσφατα συνδρομήτρια σε γνωστή διαδικτυακή πλατφόρμα σειρών και ταινιών.
- Οι συνδρομήτριες της εφημερίδας λαμβάνουν το φύλλο κατευθείαν στο σπίτι τους κάθε πρωί.