συνεταιριστής
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που είναι μέλος συνεταιρισμού, ιδίως αγροτικού, πιστωτικού ή επαγγελματικού, και συμμετέχει στις κοινές δραστηριότητες και αποφάσεις του.
2. Συνεργάτης ή συμμέτοχος σε κοινή επαγγελματική, εμπορική ή οικονομική επιχείρηση.
Συνώνυμα
συνέταιρος εταίρος συνεργάτης συμμέτοχος κοινοπράκτης μέλος συνιδιοκτήτης παρτενέρ κοινωνός ομόρρυθμος συνοδοιπόρος συναγωνιστής κολλήγας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε συνεταιριστής έχει δικαίωμα ψήφου στη γενική συνέλευση ανεξάρτητα από τον όγκο της παραγωγής του.
- Οι συνεταιριστές της περιοχής αποφάσισαν να επενδύσουν από κοινού σε νέες εγκαταστάσεις τυποποίησης ελαιολάδου.
- Ως παλιός συνεταιριστής, γνώριζε καλά τα οφέλη αλλά και τις δυσκολίες της συλλογικής δράσης.
- Η διαφωνία ανάμεσα στους συνεταιριστές καθυστέρησε την υπογραφή της εμπορικής συμφωνίας.