συντομία
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα ή κατάσταση του να έχει μικρή διάρκεια ή περιορισμένη έκταση, σε χρόνο, χώρο ή έκταση περιεχομένου.
2. Η οικονομία στην έκφραση, όπου το νόημα αποδίδεται με περιορισμένο αριθμό λέξεων χωρίς περιττές λεπτομέρειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
μακρολογία πολυλογία περιττολογία μακροσκελία φλυαρία αναλυτικότητα λεπτολογία διάρκεια επέκταση επιμήκυνση λεπτομέρεια αφήγηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η συντομία στο λόγο κάνει το κείμενο πιο καθαρό.
- Για λόγους συντομίας, δεν θα αναφέρω όλες τις λεπτομέρειες.
- Η συντομία της συνάντησης μάς βοήθησε να πάρουμε γρήγορες αποφάσεις.
- Στην επιστολή του εκτίμησα ιδιαίτερα τη συντομία και τη σαφήνειά του.
- Προτιμά τη συντομία στις απαντήσεις, γιατί δεν θέλει να χάνει χρόνο.
- Η συντομία ενός μηνύματος δεν σημαίνει πάντα έλλειψη ουσίας.