συστηματοποίηση

ουσιαστικό

1. Η κατάταξη, διάταξη ή οργάνωση επιμέρους στοιχείων, δεδομένων ή γνώσεων σε ένα ενιαίο, λογικό και συνεκτικό σύστημα.

2. Η εφαρμογή μεθοδικών κανόνων και διαδικασιών για την ορθολογική και αποδοτική λειτουργία ενός έργου ή μιας δραστηριότητας.

Συνώνυμα

συστηματικοποίηση μεθοδοποίηση οργάνωση ταξινόμηση κωδικοποίηση τυποποίηση διάρθρωση κατηγοριοποίηση τακτοποίηση διευθέτηση ρύθμιση ιεράρχηση συντονισμός προγραμματισμός νοικοκύρεμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συστηματοποίηση των δεδομένων της έρευνας βοήθησε στην εξαγωγή ασφαλών επιστημονικών συμπερασμάτων.
  • Απαιτείται άμεση συστηματοποίηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών για την ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών.
  • Χάρη στη συστηματοποίηση του αρχείου, ο εντοπισμός των παλαιών εγγράφων είναι πλέον υπόθεση λίγων λεπτών.
  • Η συστηματοποίηση της καθημερινής μελέτης αποτελεί βασικό παράγοντα επιτυχίας στις εξετάσεις.