ταπεινώνομαι
ρήμα1. Υφίσταμαι εξευτελισμό, προσβολή ή μείωση της αξιοπρέπειας και της υπόληψής μου.
2. Συμπεριφέρομαι με μετριοφροσύνη, καταστέλλοντας τον εγωισμό ή την υπερηφάνεια μου.
3. Υποτάσσομαι ή υποκύπτω μπροστά σε κάποιον ανώτερο ή ισχυρότερο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
υπερηφανεύομαι επαίρομαι εξυψώνομαι υψώνομαι δοξάζομαι τιμώμαι καυχιέμαι καμαρώνω αλαζονεύομαι μεγαλοπιάνομαι κομπάζω κοκορεύομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν πρόκειται να ταπεινωθώ ζητώντας χάρη από ανθρώπους που δεν με σέβονται.
- Ένιωσε να ταπεινώνεται βαθιά μπροστά σε όλους τους συναδέλφους από τα προσβλητικά σχόλια του προϊσταμένου.
- Όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, και όποιος ταπεινώνεται θα υψωθεί.
- Παρά τη μεγάλη του επιτυχία, ήξερε να ταπεινώνεται και να ακούει τις συμβουλές των γεροντότερων.